xariseto.gr - Εδώ δεν πετάμε, χαρίζουμε!

Animal Bank

Σάββατο, 29 Μαρτίου 2008

Τάδε έφη... Τζίμης Πανούσης

Το πηγάδι και ο βόθρος...

Απ' τα μπαλκόνια του Αγίου Όρους
κρέμονται άγγελοι με πανό
με παπα-άρειους δικηγόρους
πέφτουν τα δίκια μας στο κενό


ΑΝ ΘΕΣ ΝΑ ΞΕΡΕΙΣ, η Κενή Διαθήκη γράφεται με έψιλον και είναι άδεια. Και γεμάτη να ήτανε, δώρο-άδωρο! Η ακυρότητά της είναι πασιφανής και αυταπόδεικτη. Μετά την απομάκρυνση εκ του τάφου, ουδέν λάθος αναγνωρίζεται. Ποια διαθήκη, κύριος, εδώ μιλάμε ότι αμφισβήτησες μόνος σου το θάνατό σου! Ή ανάσταση θα 'χουμε ή πεθαμένο με διαθήκη. Όχι και τον παπά χορτάτο και την πίτα ολόκληρη. ʼλλωστε, η πίτα είναι του Αγίου Φανουρίου, με φανερά ούρα πασπαλισμένη, διότι η φυσική αμμωνία έχει ιδιαίτερη γεύση. Λάβετε φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου φτιαγμένο από πηλό που πούλησε τ' άντερά του, διότι ο νάνος πάντα κλέβει την παράσταση στο τσίρκο. Τυχαία νομίζεις ότι λιβανίζουνε κατά κόρον οι νεωκόροι στις εκκλησίες; Για να μη φλομώσει το χριστεπώνυμο πλήθος από τις μυρωδιές της αρτοκλασίας, γι' αυτό θυμιατίζουνε. Τα αξεσουάρ της ορθοδοξίας θέλουνε μελέτη και ανάλυση. Τσάμπα ρίχνουνε, νομίζεις, τόσο κλάμα οι εβραίοι μπροστά στη μάντρα; Κλαίνε με το αζημίωτο, έχω να σου πω. Διότι τα γέλια τους, κατ' επέκτασιν, δεν τα σπαταλάνε! Τα βάζουνε σε κονσέρβες και τα πουλάνε στους Αμερικάνους για τις κωμωδίες τής τηλεόρασης.
«Τα κάνω όλα» είπε η δεκαοχτάχρονη οντισιονοπούλα με το ανύπαρκτο φουστανάκι και το καλτσόν με την τριχωτή μαύρη στάμπα να σηματοδοτεί την απουσία εσώρουχου. Φέρτε μου κοινωνικά θέματα να τα πουλήσω, να καταλάβω, να καζαντίσω, διότι δεν μπορεί ο Χαρδαβέλλας να μονοπωλεί τον ανθρώπινο λόγο! Έχουμε κι εμείς κώλο να δείξουμε, με γυαλιά και ακράτεια ήθους. Αντί, λοιπόν, όπως παλαιά, να έχει κάθε σπίτι την αυλή του και το πηγάδι του, δώσαμε απερίσκεπτα την αυλή στους εργολάβους, και το πηγάδι το κάναμε βόθρο. Με αποτέλεσμα, να κατουράμε στο πηγάδι και να πίνουμε νερό από τις ίδιες σωλήνες, όπως τα πρεζάκια ξεδιψάνε με την ίδια σύριγγα. Η αποσύνθεση των κουφαριών των μαραθωνομάχων μέσα στη λίμνη του Μαραθώνα έχει προ πολλού σταματήσει να επηρεάζει τη σύνθεση του πόσιμου ύδατος. Η γερμανική ούλεν έχει βάλει φίλτρα, και μαζί με το χλώριο των εκσυγχρονιστών κυβερνώντων κάνανε το νερό φαρμάκι. Θα ήτανε ευχής έργο να μπορούσε να αντέξει το βαλάντιο του απλού εργαζόμενου το έξοδο κατανάλωσης εμφιαλωμένου νερού από πηγές των Ιμαλαΐων, του Αραράτ και του Κιλιμάντζαρο. Φευ, όμως, η πραγματικότητα είναι σκληρή. Θέλω να πω, δηλαδή, ότι η αλυσίδα έφυγε από τα πόδια των δουλοπάροικων κι έγινε αλυσίδα παραγωγής στα εργοστάσια. Ο δούλος έγινε εργάτης, και ο εργάτης, υπάλληλος άνεργος που παρακαλάει να ξαναγίνει δούλος και φτου κι απ' την αρχή.
Σ' αυτό το «φτου» να σταθούμε λίγο, που δεν πρέπει να πηγαίνει χαμένο στη λάσπη! Στα μπούτια μας πρέπει να φτύνουμε, γιατί είναι και το καλύτερο λιπαντικό για να μη συγκαίονται.
Τα ψαγμένα παλικάρια γνωρίζουν ότι όσο και καλή να είναι η ποιότητα της βαζελίνης, δεν μπορεί να συγκριθεί με το σάλιο που κάνει τον πόνο γλυκό και τις γυναίκες αθάνατες. Τεχνολογία ή θάνατος, για να το πω με άλλα λόγια, χωρίς προσωπικές αιχμές που εύκολα παρεξηγούνται από τους επιπόλαιους παπαράτσι. Το μέγεθος παίζει κι αυτό τον ρόλο του, αλλά όχι να το κάνουμε θεό και να το προσκυνάμε. Δηλαδή, ο ουρανός ξύνεται και μόνος του, δεν έχει ανάγκη από τα μεγαθήρια με τα τετρακόσια πατώματα να υψώνονται με αυθάδεια ανάμεσα στους αεροδιαδρόμους. Παν μέτρον άχρηστον, όταν μετράει μεγέθη και όχι ουσία. Ο χορός επιβάλλεται να αλλάξει χώρο, να βγει από τα σκοτεινά χοροπηδάδικα με τα λέιζερ και να αρχίσει πάλι να σχολιάζει καυστικά τα τεκταινόμενα. Ο θεός που βγαίνει με τις μουντζούρες από τη μηχανή, θέλει να πλυθεί και να ξεμουδιάσει. Αλλιώς, η δουλειά δεν πρόκειται να γίνει, ο κόσμος να χαλάσει. Είναι σαν να κάνεις χαλάουα στη Λάση, και να βγει άτριχη να κάνει τα κόλπα της. Θα φρικάρει το παιδομάνι κι άντε μετά να το συμμαζέψεις.
ʼμα τα βάλεις κάτω και σκύψεις κι εσύ ταπεινά από πάνω τους, θα διαπιστώσεις ότι με τους αρχαίους ημών προγόνους μάς χωρίζουν μόνο καμιά εβδομηνταριά γενιές. Ο παππούς, του παππού, του παππού σου, ο Ευριπίδης, ο Όμηρος, ο Εφιάλτης, και πάει λέγοντας. Η φάρσα επαναλαμβάνεται επ' άπειρον αλλά έχει τη δυναμική της, και πάνω απ' όλα την πλάκα της. Οι πλάκες, βέβαια, μετακινούνται και πλησιάζουν η μία την άλλη επικίνδυνα. Οι μυθολογικά ενημερωμένοι δεν θα πάνε να περάσουνε ανάμεσα χωρίς πρώτα να στείλουνε το περιστέρι για να μελετήσουνε τους χρόνους του εχθρού!
«Τα κάνω όλα» επανέλαβε η οντισιονοπούλα, ημίγυμνη και προκλητική μπροστά στα τρεχούμενα σάλια του συνεργείου. Και πράγματι, το εννοούσε. Ζήτησε να χαμηλώσουνε τα φώτα και να δυναμώσει η μουσική. Σηκώθηκε, άρπαξε το κεφάλι της μάνας της και το έχωσε βαθιά ανάμεσα στα πόδια της. Την κράτησε σφιχτά, μέχρι που σταμάτησε και ο τελευταίος σπασμός. Μετά σηκώθηκε, έκανε νόημα για κοντινό και αμόλησε την προβαρισμένη της ατάκα: «Εμένα που βλέπετε, η μάνα μου είναι η τέχνη».



Τζίμης Πανούσης

Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2008

Τότε πια θα τολμάω να καυχηθώ πως σ΄ αγαπώ......

"Αφέντη του έρωτά μου, που βασάλον σου πιστό η αξιά σου μ΄ έμπλεξε με στέριο αγάπης πλέμα,σου στέλνω τούτο μου το μήνυμα γραφτό, βεβαίωση χρέους, όχι για να δείξω πνέμα. Τόσο μεγάλο χρέος που το φτωχό μου πνέμα, μηνέχοντας λόγια να το δείξει, θα ξεγυμνωθεί. Μα ελπίζω σε καμιά δική σου ιδέα καλήν, που η ψυχή σου ολόγυμνο να το δεχτεί: ώσπου κάποιο άστρο που οδηγάει τα βήματά μουμε δείξει πρόσχαρον με όψη ωραία και ντύσει μ΄ επίσημη στολή τον κουρελή έρωτά μου κι η αγάπη σου άξιον μέ ΄βρει για να μ΄ εχτιμήσει. Τότε πια θα τολμάω να καυχηθώ πως σ΄ αγαπώ,μα ως τότε εκεί, που ίσως θα μ΄ έψεγες, ας μη φανώ".

Ουίλιαμ Σαίξπηρ: Σονέτο Νο 26

Σάββατο, 22 Μαρτίου 2008

Τάδε έφη... Βίκυ Βανίτα - Ο Ντέμιαν

«Έμενα πιο πολλές ώρες στο σπίτι. Για διασκέδαση ούτε λόγος πια. Αφησα χωρίς λύπη πίσω μου “τις μέρες του κρασιού και των λουλουδιών”. Μεγάλωσα. Αυτό ήταν όλο.»

Γνωριστήκαμε στις 22 Ιουλίου του 1982. Στην Ανάβυσσο, παρόντες άπαντες. Αlegrίa στην ατμόσφαιρα. Η χαρά της γιορτής. Εδέσματα. Τούρτες. Σαμπάνια. Δεν θυμάμαι αν ήταν Κυριακή ή Τετάρτη, αλλά δεν ξεχνώ ότι κατά τη διάρκεια του πάρτι είχα την απροσδιόριστη αίσθηση ότι κάποιος με παρακολουθεί… Γύριζα χαρούμενη και γελαστή από παρέα σε παρέα. Λέγαμε όλες αυτές τις χαριτωμένες ανοησίες που ανταλλάσσει κανείς σε κοσμικοκοινωνικές συγκεντρώσεις. Κοιτούσα δεξιά, αριστερά, πίσω μου. Αλλά τίποτα. Το συναίσθημα, εκεί. Και ο μυστηριώδης «κάποιος» αόρατος. Ώσπου κάθισα. Και τότε ήρθε… Μια χνουδωτή μπάλα ήρθε και κούρνιασε στο αριστερό μου πόδι. Ένα γατί μαύρο-άσπρο με ροζ μύτη. Το σήκωσα. Ένα χέρι έφτανε. Αγκαλιές, φιλιά. Το πήγα στην κυρία του σπιτιού. Μου είπε ότι η γάτα τους γέννησε πριν από ένα μήνα, και αν ήθελα να μου το χάριζε. Ήθελα. Βρέθηκα αργότερα, χωρίς να το συνειδητοποιήσω καλά καλά, σε ένα αυτοκίνητο γνωστών μου που προθυμοποιήθηκαν να με πάνε σπίτι μου στο Κουκάκι, με ένα γατί κολλημένο πάνω μου σαν χαλκομανία και μία σακούλα με άμμο, μπισκότα, κροκέτες και ένα κουτί γάλα. Άπλωσα την πραμάτεια στην κουζίνα. Και πήγα για ύπνο… Το πρωί κατάλαβα τη διαφορά… Με τον πρώτο βήχα είδα ένα τόσο δα πλασματάκι –που το είχα ξεχάσει στο μεταξύ– να τρέχει σαν τρελό. Στην αρχική διαδικασία της μέρας (μια λίμνη καφέ, μισό πακέτο τσιγάρα) ένας τρομαγμένος γάτος έκανε φούρλες και ζούρλες ανεξέλεγκτες. Στα διαλείμματα κοιταζόμασταν. Έτσι άρχισε η κοινή μας ζωή…

Τον πρώτο καιρό ήμασταν όλο βόλτες. Τον έβαζα σε μια ψάθινη κρεμαστή τσάντα που είχα φέρει απʼ την Μπομπάσα της Κένυας και κάναμε εκδρομές στο σπίτι της αδελφής μου στη Γλυφάδα και επισκέψεις σε σπίτια φίλων. Στο μεταξύ, με την ευχέρεια επιλογής που είχε, διάλεξε και το όνομά του. Του έλεγα διάφορα ονόματα. Με κοίταζε με τον γνωστό –αλλά άγνωστο σε μένα τότε– αυτισμό των γάτων. Μόλις όμως άκουγε το όνομα «Ντέμιαν» κούναγε αυτί. Δεξί ή αριστερό, εναλλάξ. Μάλιστα. Το βρήκαμε… Κι έτσι ο Έρμαν Έσσε, ο αγαπημένος συγγραφέας της φυλής των καλλιτεχνών, έγινε ο νονός του γάτου… Και ο Ντέμιαν μεγάλωνε και γινόταν όμορφος σαν ζωγραφιά. Ούτε μία πινελιά παραπανίσια. Και είχε και αυτή τη φοβερή ροζ μύτη. Και μάτια σαν πιατάκια του καφέ, που με κοιτούσαν με αγάπη τρισδιάστατη. Και ο καιρός περνούσε. Και η ζωή κυλούσε με τους συνήθεις επαγγελματικούς ρυθμούς. Πήγαινα στη Μυτιλήνη για να γυρίσουμε το Γυμνό Κορίτσι. Έφευγα για το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για να δούμε το Ρεμπέτικο, μια ταινία ζωής για όλους μας. Είχα τα θεατρικά μου. Έγραφα τις συνεντεύξεις μου στο Τηλέραμα. Αγύρτευα κιόλας, σαν κοπέλα που ήμουν κι εγώ τότε. Όλα τα έκανα. Και το βράδυ, επιστροφή στο σπίτι. Και ο Ντέμιαν πάντα εκεί. Εξομολόγος μου. Να του τα λέω όλα. Για πρώτη φορά ανακάλυπτα πόσο σημαντικό είναι να σε ακούει κάποιος, ακόμα και όταν έχεις ζόρικες ιστορίες να του πεις για ζορισμένες καταστάσεις. Συνήθως –και αυτό το έμαθα καλά– όταν ο απέναντί σου οσφραίνεται «πρόβλημα», πρώτα σε κοιτάζει με εκείνη τη ματιά που υποδηλώνει: «Ατενίζω στον ορίζοντα της αδιαφορίας» και ύστερα λέει: «Λοιπόν, Βικάκι μου, τα λέμε. Να τηλεφωνηθούμε από Δευτέρα…». Ο Ντέμιαν ωστόσο με άκουγε πάντα. Κουνούσε αυτί. Κουνούσε ουρά. Είχαμε τα δικά μας νεύματα. Το δικό μας μυστικό κώδικα επικοινωνίας. Τα λέγαμε. Κι ύστερα, εξαντλημένοι, πηγαίναμε για ύπνο. Στο ίδιο κρεβάτι, εννοείται. Και αυτό το είχε διαλέξει. Κοιμόταν στα πόδια μου. Το πρωί ξυπνούσαμε σαν φιγούρα τράπουλας. «Καλημέρα γιαβρί μου» έλεγα. «Πάμε για ζωή. Πάμε για δουλειά».

Στις 9 Μαΐου 1984 πέθανε η γιαγιά μου. Σπάραξα. Για χρόνο αόριστης διάρκειας με φώναζε «μαμά». Καμία ψευδαίσθηση. Ο ήχος ήταν καθαρός. Αναπαραγωγή υποθέτω του ήχου που άκουγε. Δεν ξέρω. Πάντως, γεγονός είναι ότι μέρα με την ημέρα γινόμασταν απαραίτητοι ο ένας στον άλλο. Αλλά και πάλι έφευγα. Το Παρίσι και το Λονδίνο ήταν το κάτι σε πρόχειρο. Και με την πρώτη ευκαιρία πήγαινα εκεί που αγαπούσα. Στον Ινδικό Ωκεανό. Και από τον Ισημερινό γύριζα πάλι στο Κουκάκι. Στο σπίτι μας. «Εκείνος» με αντιμετώπιζε επιτιμητικά στην αρχή και με την αγάπη των τριών διαστάσεων στη συνέχεια. Και το πολύ γνωστό πια σάλτο στην αγκαλιά μου. Γραπωνόταν με όλη του τη δύναμη στον αριστερό μου ώμο. Ένιωθα τα νύχια του. Και εγώ χάιδευα το «μωρό της Ρόζμαρι» σαν να ήθελα να περάσω μέσα από τη γυαλιστερή του μαύρη γούνα το χέρι μου, να φτάσω στην καρδούλα του που χτυπούσε σε ρυθμούς ροκ εν ρολ. Και ο χρόνος έτρεχε με ξέφρενους ρυθμούς. Κι εμείς γινόμασταν όλο και πιο «ένα». Μοιραζόμασταν τα πάντα. Επαγγελματικές επιτυχίες. Κεσάτια στη δουλειά. Λεφτά και οδυνηρές αφραγκίες. Καθόλου δεν με ένοιαζε που ανάμεσα σε ένα πακέτο τσιγάρα και μια κονσέρβα εγώ, η φλογερή καπνίστρια, διάλεγα το δεύτερο. Ο Ντέμιαν έπρεπε να φάει καλά, να έχει και τις λατρεμένες κροκέτες του και ό,τι τραβούσε η ψυχούλα του. Δεν είχε άλλον από μένα να τον νοιάζεται έτσι. Σιγά σιγά όμως «κολλούσα» όλο και πιο πολύ απάνω του. Έμενα πιο πολλές ώρες στο σπίτι. Για διασκέδαση ούτε λόγος πια. Ο τυφώνας «μοντελοκατάσταση» που είχε ενσκήψει, σε συνδυασμό με τα πάρτι δημοσίων σχέσεων, με έκαναν να βαριέμαι αφάνταστα. Κάθε «μουρλοκακομοίρης» έκανε πάρτι γενεθλίων δυο τρεις φορές το χρόνο για να έχει να λέει μετά: «Οι παπαράτσι λεηλατούν την προσωπική μου ζωή». Σπίτι. Με τον Ντέμιαν. Την τηλεόραση και τα γραφτά μου.

Άφηνα χωρίς λύπη πίσω μου «τις μέρες του κρασιού και των λουλουδιών». Μεγάλωνα. Αυτό ήταν όλο. Και το ʼξερα. Και το ʼλεγα και στον Ντέμιαν. «Βρε, εγώ γερνάω κι εσύ μπουμπουκιάζεις. Πες μου το μυστικό σου». Και εκείνος δεν απαντούσε. Έδινε και έπαιρνε αγάπη. Τι άλλο ήξερε; Έμαθα εγώ…

Στις 18 Αυγούστου του 1995 πέθανε ο πατέρας μου. Ρήμαξα. Μια σελίδα της παιδικής μου ηλικίας έκλεισε με πολύ βίαιο τρόπο. «Πρόσεξε κακομοίρη μου» δήλωσα στον Ντέμιαν. «Αν με πεις μπαμπά, θα φας όλο το ξύλο που δεν έφαγες στα τόσα χρόνια της γνωριμίας μας». Δεν με είπε μπαμπά…

Ώσπου ήρθε κι αυτό. Μας έμελλε να ζήσουμε αντάμα τον πιο καυτό Ιούλιο από το 1878. Τότε που άρχισαν οι επίσημες μετρήσεις θερμοκρασίας. Λοιπόν: 1998. Και γυναίκα και γάτος –αυτοί οι δύο που κάνουν μια μεγάλη διαδήλωση σε ένα μικρό σπίτιπαίζουν ρόλο και των 40 παίδων εν καμίνω. Εγώ στη γνωστή θέση. Γράφω στο γραφείο μου. Ο Ντέμιαν στον καναπέ δίπλα μου κοιμάται. Ξυπνάει και βγάζει φωνή μεγάλη: «Αααχ». Φεύγει σφαίρα στον «κήπο» και επιστρέφει κουτσαίνοντας! Μου ρίχνει μια περίλυπη ματιά και κουρνιάζει στα πόδια μου. «Μαμά, πονάω μαμά». Τότε ήταν που άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. Ο Ντέμιαν δεν τρώει. Μόνο νερό πίνει. Αυτός που σαλτάριζε κάθε πρωί στον πάγκο της κουζίνας, μπας και χάσει καμιά λεπτομέρεια από το φτιάξιμο του πρωινού καφέ, τώρα κινείται ελάχιστα. Και κοιμάται μόνο στα θερινά ανάκτορα. Έτσι λέγαμε το κάτω μέρος του κρεβατιού μου, όπου κοιμόταν τα καλοκαίρια για δροσιά. Τώρα πάω εκεί μαζί του κι εγώ. Του λέω ιστορίες για την Μπομπάσα, το καλοκαιρινό παλάτι του Φαρούκ που είχα επισκεφθεί στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Χαμπάρι. Και μια θλίψη… Παναγιά μου. Κι εμένα να με κυνηγούν πάλι οι οιωνοί και να τρέχω να τους ερμηνεύσω. Πάλι 22 Ιουλίου, έρχεται σπίτι ο Πέτρος, ο ιατρός μικρών ζώων. Τον βρήκε σε απόλυτη εξάντληση. Κάτι για τα δόντια του μού είπε. Μια πληγή στο στοματάκι του. Γιʼ αυτό δεν μπορούσε να φάει. Είναι και 16 χρονών.

Είναι και η ζέστη. Μου άφησε κάτι τροφοτονωτικές κρέμες. Μία συνταγή για αντιβίωση. Έφυγε αυτός. Έτρεχα στα φαρμακεία εγώ. Και στο pet shop. Για κονσέρβες ιατρικού τύπου αυτή τη φορά. Εγώ που σιχαινόμουνα τις ενέσεις προσπαθούσα «με ενέσιμο τρόπο» να του δώσω μια στάλα τροφής. Αρνείται. Αυτός που σιχαινόταν από μια σταλιά το γάλα, τώρα το πίνει. Και είναι τόσο μεγάλη η ζέστη που το γάλα γίνεται αμέσως γιαούρτι. Ήταν η πρώτη φορά που σιχάθηκα το σπίτι μου, έτσι έκθετο στον καιρό που είναι. Φωτιά… Σε κατάσταση πυρκαγιάς μπαινόβγαινα. Κυριακή. Με την ίδια κυριακάτικη συνέπεια, τρία χρόνια τώρα, πάω με τη μαμά μου στο κοιμητήριο στον μπαμπά μου. «Μάνα» της λέω «το παιδί τη βγάζει δεν τη βγάζει. Κατάλαβες τώρα γιατί δεν θα τρελαθώ ποτέ; Θάνατος ρε, είναι παντού». «Παιδί μου, παιδιά μου» ψέλλισε και μου έσφιξε το χέρι έτσι όπως μόνο εκείνη ξέρει να το κάνει. Πάω σπίτι με την ψυχή στο στόμα. Ο Ντέμιαν με περίμενε, όπως πάντα. Στα «σβησμένα» του πια πόδια ο λιπόσαρκος. Στέκεται. Τρέμει. Πέφτει. Σηκώνεται. Πώς έγινε έτσι ο τετράπαχος γάτος μου; Βάζω να ποτίσω. Μʼ ακολουθεί. Από κοντά μου πάντα αυτός. Μα πώς το κάνει; Της φύσης τα μυστήρια… Αυτός που δεν είχε το νερό ως το καλύτερό του, δέχεται τώρα να του βρέξω το φλογισμένο του μέτωπο. Έτσι μας βρήκαν τα μεσάνυχτα. Πέρασαν κι αυτά. Και φτάσαμε στην τελευταία πράξη. Της Αγίας Παρασκευής και ξημερώνοντας του Αγίου Παντελεήμονα η χάρη, στις τρεις τα ξημερώματα ο Ντέμιαν με ένα αχ στα χέρια μου ξεψύχησε. Αυτό ήταν. Τετέλεσται. Κι εγώ η παραλογισμένη να το χτενίζω το γατί μου και να του λέω: «Άφτιαχτο κι αστόλιστο του Χάρου δε σε δίνω. Και τώρα πάω μια βόλτα· κι άμα γυρίσω, ξέρεις εσύ».

Άρχισα να κυκλώνω τα τετράγωνα. Νύχτα. Ζέστη. Σκατά. Πρώτη σκέψη: «Και τώρα θα πάω στα νησιά Γκαλαπάγκος». Δεύτερη σκέψη: «Μα δεν είδες χριστιανή μου τις ειδήσεις, που κάηκαν όλα εκεί πέρα; Πού πας;». Τελευταίες διαδικασίες: Τυλίγω με μια πετσέτα το ακόμα ζεστό κορμί του. Κι εδώ η μνήμη πανηγυρίζει την απώλειά της… Τι έκανα εγώ στον κήπο με τις πικροδάφνες; Τι ήθελαν κάτι στραβωμένα κουτάλια στα χέρια μου; Γιατί οι μπάτσοι που έτρεχαν αλλόφρονες στη Συγγρού για μια βόμβα που έβαλαν παρακάτω με κοιτούσαν με κατανόηση; Κι επιτέλους, «εγώ η άλλοτε χρυσαφένια γυναίκα» γιατί πήγαινα κόντρα στο ρεύμα της κυκλοφορίας στις πέντε γέφυρες, η ορφανή στους πέντε δρόμους; Πέρασα τον πιο «καθημαγμένο» Αύγουστο από την απώλεια του πατέρα μου και μετά. Και όλοι φευγάτοι. Στις διακοπές τους. Ή όπου αλλού… Άκουσα τον ήχο της σιωπής. Εκκωφαντικός.

Ένα χρόνο μετά ό,τι απόμεινε από τον Ντέμιαν είναι η ιατρική γνωμάτευση: «νεφρική ανεπάρκεια». Ένα μουστάκι του που βρήκα όταν και άμα αποφάσισα να καθαρίσω το σπίτι. Το κόλλησα στο ημερολόγιο του γάτου. Οι ημεροδείκτες πέφτουνε, όπως και οι κορνιζαρισμένες φωτογραφίες γύρω μου. Παντού. Ακίνητος ο χρόνος. Σαν κυκλωμένο τετράγωνο. Ξέρω. Κανείς πια δεν θα περιμένει την επιστροφή μου. Σαν Αμέρικαν Γκράφιτι. Οι τίτλοι ζωγραφίζονται. Ο Ντέμιαν θα ʼναι έτσι κι αλλιώς μαζί μου, όπου κι αν πάω. Κι έχουμε κάτι γέλια να κάνουμε… Μα κάτι γέλια…

Τρίτη, 18 Μαρτίου 2008

Κούλουμα-Ένα τα-ξίδι στις γεύσεις και τα χρώματα

Κι από Δευτέρα δίαιτα; Δίαιτα; Μα όχι βέβαια! Νηστεία είπαμε! Νηστεία! Τέρμα οι μπριζόλες και τα παϊδάκια, τέρμα τα ζωικά λίπη. Τέρμα κι οι «κακές» οι σκέψεις. Αυτό ήταν. Μόλις ξεκίνησαν σαράντα μέρες εγκράτειας και σωφροσύνης. Σαράντα μέρες διαδρομής προς την Άγια μέρα του Πάσχα. Αντέχεις; Άϊντε να σε δω μάτια μου!

Ιστορική αναδρομή

Κούλουμα, σύμφωνα με τον Έλληνα λαογράφο, Νικόλαο Πολίτη, σημαίνει αφθονία μα και τέλος. Εκφράζει δηλαδή το τέλος, τον επίλογο της Απόκρεω. Οι ρίζες της λέξης, βρίσκονται στη λατινική «cumulus». Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, προέρχεται από μια άλλη λατινική λέξη, την λέξη «columna» δηλαδή «κολώνα» ενώ πιθανολογείται ότι «πηγάζει» από το πρώτο γλέντι της Καθαράς Δευτέρας στην Αθήνα, το οποίο πραγματοποιήθηκε κάτω από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός. Μια Τρίτη εκδοχή της προέλευσης του ονόματος είναι και πάλι μια λατινική λέξη. «Colum», στη γλώσσα των λατίνων σημαίνει καθαρός.
Σύμφωνα, με Βυζαντινολόγους, η Καθαρή Δευτέρα πήρε το όνομά της, επειδή οι χριστιανοί «καθαρίζονταν» σωματικά και πνευματικά πριν την Τεσσαρακοστή. Ακόμα και σήμερα όμως, ο μεγαλύτερος αριθμός των Ελλήνων, γιορτάζει τα Κούλουμα με τη λογική της κάθαρσης, του σώματος και την ανάταση της ψυχής. Εν αντιθέσει, σε πολύ περιορισμένες περιοχές της Ελλάδας, υπάρχει το έθιμο του καθαρισμού του ψυγείου, από όλες τις αρτύσιμες τροφές και να το προετοιμάζουν να δεχτεί τις άλλες, τις άζυμες και τις νηστίσιμες.
Δεν είναι ξεκάθαρο, εάν η γιορτή αυτή έχει Αθηναϊκή ή Βυζαντινή καταγωγή. Πάντως και στην Κωνσταντινούπολη, πλήθος κόσμου συνέρεε στο λόφο του Ελληνικού οικισμού των «Ταταούλων» και γιόρταζε τη συγκεκριμένη μέρα τραγουδώντας «Ίδε το έαρ το καλόν πάλιν επανατέλλει, φέρον υγείαν και χαρά και την ευημερίαν» και χορεύοντας.
Στην Αθήνα πάλι, ο λόφος του Φιλοπάππου, αποτελούσε τον αγαπημένο προορισμό των Αθηναίων, όπου έτρωγαν, έπιναν και γλεντούσαν μέχρι τη δύση του ηλίου, υπό τον παραπονιάρη ήχο της λατέρνας αλλά και τις μουσικές των πλανόδιων συγκροτημάτων, που εκείνη την εποχή, ευημερούσαν.
Από την άλλη, οι Ρουμελιώτες γαλατάδες της Αθήνας, έστηναν το πανηγύρι τους, αφού άρχιζε να σουρουπώνει. Συντροφιά τους, η βασιλική οικογένεια και οι αέναοι κι αγέρωχοι στύλοι του Ολυμπίου Διός.

Εμπρός στας εξοχάς, εμπρός, βήμα ταχύ!

Η Καθαρή Δευτέρα και τα Κούλουμα είναι δυο θεσμοί ταυτισμένοι μεταξύ τους. Συνοδεύονται δε, με εξορμήσεις στη φύση. Όταν ο καιρός, χαμογελά, τότε η Καθαρή Δευτέρα μετατρέπεται σε ένα «όργιο» απολαύσεων. Απλωμένες κουβέρτες, κάτω από τον ανοιξιάτικο ήλιο, παιδιά που τρέχουν, ξεφωνίζουν και παίζουν, πολύχρωμοι χαρταετοί διάσπαρτοι με φόντο έναν καταγάλανο ουρανό μα πάνω απ’ όλα, γαργαλιστικά νόστιμες, νηστίσιμες λιχουδιές, που χαϊδεύουν τον ουρανίσκο και ευφραίνουν την καρδιά.
Το πέταγμα του αετού, είναι ένα έθιμο μεταγενέστερο. Τα Ελληνάκια, κατασκεύαζαν μόνα τους τον χαρταετό τους, με χρωματισμένο χαρτί, καλάμια, σπάγγο και εφημερίδες. Πλέον όμως, η χαρά της κατασκευής και της δημιουργίας έχει χαθεί, μιας και όλοι μας αγοράζουμε, τους έτοιμους, τους πλαστικούς. Θα πρέπει να αναφέρουμε ότι ο χαρταετός έχει πολλά ονόματα στη χώρα μας. Μερικά από αυτά είναι «πετάκι» στη Θράκη, «Φύσουνα» στα Επτάνησα ενώ οι χαρταετοί με σχήμα εξάγωνου, λέγονται και «σμυρνάκια».
Κατά πως φαίνεται, ο χαρταετός είναι δημιούργημα κάποιου λαού της ανατολής. Όπως είναι γνωστό, στην Κίνα, την Ιαπωνία, το Χόνγκ Κονγκ κτλ, η τέχνη των χάρτινων «πουλιών» έχει τόσο τελειοποιηθεί τόσο, που πλέον εκτός από τα γνωστά σχήματα του πολυγώνου και του ρόμβου, βλέπουμε να ίπτανται ακόμη και πολύχρωμοι δράκοι, πουλιά και άλλα ζώα. Η λογική του χαρταετού ήταν να μεταφέρει ευχές, επιθυμίες κι ανάγκες, όσο το δυνατόν πιο ψηλά στον ουρανό, κοντά στο Θεό. Κρεμούσαν μάλιστα, μικρές πήλινες ή ξύλινες φλογέρες, οι οποίες καθώς σφύριζαν από τον αέρα, έδιωχναν μακριά τα κακά πνεύματα.
Το πέταγμα του χαρταετού, παρόλο που είναι ένα πολύ όμορφο παιχνίδι κι ένα γραφικό έθιμο, δεν φαίνεται να «κρύβει» πίσω του, κάποιον συμβολισμό, πέραν ίσως εκείνου που του είχαν δώσει οι λαοί της ανατολής. Του αγγελιοφόρου των ανθρώπων προς το Θεό.
Στο δυτικό κόσμο αλλά και στην Ευρώπη, είδαμε τον πρώτο χαρταετό κάπου στον Μεσαίωνα. Αποτελούσε, «λεία» εξερευνητών της Ασίας και ήταν φτιαγμένος από σχεδόν διάφανο ύφασμα μιας και το τόσο λεπτό χαρτί, εκείνη την εποχή, είτε δεν υπήρχε είτε ήταν είδος πολυτελείας.
Ο χαρταετός όμως, στο βάθος των αιώνων, εκτός από τη συμβολική του χρήση, είχε κι άλλες πιο πρακτικές. Για παράδειγμα, ο Σκωτσέζος μετεωρολόγος Alexander κατέγραψε και μελέτησε τις θερμοκρασίες σε μεγάλα ύψη, με τη βοήθεια χαρταετού. Ενώ ο Φραγκλίνος εκτέλεσε το γνωστό σε όλους μας πείραμα, με σκοπό να αποδείξει ότι οι αστραπές, δεν είναι τίποτα άλλο παρά στατικός ηλεκτρισμός. Τέλος, ήταν ο χαρταετός που έδωσε στον George Cayley την ιδέα να κατασκευάσει μια πτητική μηχανή.

Πως γιορτάζουν οι Έλληνες;

Πέρα από τα γνωστά και συνηθισμένα έθιμα των Κούλουμων, υπάρχουν περιοχές ανά την Ελλάδα, όπου πραγματοποιούνται προετοιμασίες, ορισμένες των οποίων είναι πραγματικά πολύ πρωτότυπες και διασκεδαστικές ενώ παράλληλα περνάνε κοινωνικά μηνύματα.
Για παράδειγμα, σε χωρία της Ξάνθης, τελούνται, ιδιαιτέρως περίεργες γιορτές, όπως αυτή των Μουντζούρηδων, στον Πολύσιτο Βιστωνίδας. Όποιος επισκέπτης, έχει την τύχη ή την …. ατυχία να βρεθεί εκεί την Καθαρή Δευτέρα, τον περιμένει μια έκπληξη. Το πόσο ευχάριστη ή δυσάρεστη, είναι η έκπληξη αυτή, συνήθως το μαθαίνουμε στο τέλος.
Μεταμφιεσμένοι κάτοικοι, περιμένουν τους ανυποψίαστους (;;;) επισκέπτες, στις δύο εισόδους του οικισμού, όπου με τη μουτζούρα που έχουν συγκεντρώσει από τα μαγειρικά καζάνια, προσπαθούν να τους μουτζουρώσουν, έτσι ώστε, όλοι οι συμμετέχοντες στη γιορτή να είναι μασκαρεμένοι.
Στη Σταυρούπολη τώρα, η Καμήλα είναι το πιο αγαπημένο έθιμο, κατά το οποίο κάτοικοι μεταμφιέζονται σε Άραβες και γυρίζουν στο χωριό τραβολογώντας την καμήλα τους και φωνάζουν σατιρικά στιχάκια.
Όσο για τη Θήβα; Εκεί να δείτε γλέντι τρικούβερτο. Ο Βλάχικος Γάμος! Η «σκούφια» του εθίμου, κρατά από το 1800 όταν οι Βλάχοι των βορείων περιοχών, απελευθερωμένοι πια, κατέβηκαν νοτιότερα για να βρουν πιο εύφορες περιοχές.
Το έθιμο εδώ προέρχεται από το 1830 και την απελευθέρωση των βορειότερων περιοχών, απ’ όπου οι Βλάχοι κατέβηκαν νότια για να βρουν πιο εύφορη γη.
Οι γάμοι από προξενιό, των Βλάχων με γυναίκες της Θήβας, δεν άργησε από έθιμο να γίνει παρωδία. Φτάνοντας έτσι στο σήμερα, βλέπουμε το γάμο να γίνεται παραδοσιακά, με το ξύρισμα του γαμπρού και το στόλισμα της νύφης, με τη μόνη ίσως διαφορά ότι νύφη, τις περισσότερες φορές θέλει κι αυτή… ξύρισμα!
Πάντως όσο παράξενα κι ανορθόδοξα κι αν γιορτάζεται αυτή η μέρα, από κανένα γλέντι δεν λείπουν τα πατροπαράδοτα εδέσματα, όπως ο χαλβάς από ταχίνι, η ταραμοσαλάτα, η φασολάδας και τόσα πολλά άλλα. Γιατί οι Έλληνες, μπορεί να είναι πολύ γλεντζέδες όμως είναι και υπέρ του δέοντος καλοφαγάδες!
......................................................................................................
Το ξέρω πως σας κούρασα, γι’ αυτό θα σταματήσω κάπου εδώ. Πριν όμως σας αφήσω, θέλω να μεταφέρω κάποια λόγια του πανεπιστημιακού μας δάσκαλου και λαογράφου, Δ. Λουκάτου: «Όποιος δεν έπαιξε ποτέ του με χαρταετό, δεν κοίταξε όσο χρειάζεται ψηλά. Όποιος δεν ένιωσε την αντίσταση του μεγάλου σπάγκου, δεν κατάλαβε τη δύναμη του αέρα. Και όποιος δεν εφώναξε με την ευθύνη και την πρωτοβουλία του παιδιού, που βλέπει να κινδυνεύει στο ψηλό μετεώρισμά του, ο αετός, δεν ένιωσε τη χαρά του να τα βγάζεις πέρα μόνος σου με τη Φύση. Χαρές που δείχνουν αντίστοιχα την πλατιά παιδαγωγική αξία του αετού, για αγόρια και για κορίτσια».
Αμολάτε καλούμπα λοιπόν, και καλή Σαρακοστή!!!
Αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Ανεξάρτητος", τεύχος 239

Animal Bank

Amelhassiz

Amelhassiz
http://amelhassiz.blogspot.com