xariseto.gr - Εδώ δεν πετάμε, χαρίζουμε!

Animal Bank

Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2008

Πόσο σ' αγαπώ

Αγάπη μου, Με ρωτάς συνέχεια αν σ’ αγαπώ
και εγώ αναρωτιέμαι τι άλλο θα πρεπε να γίνει
μες της ψυχής σου τη δίνη.

Nα μπορέσουν τ’ αστέρια του ουρανού μου
να σύρουν το χoρό γύρω από σένα, ν’ ανοίξουν οι πύλες σου
να κυλίσω στα βάθη της ψυχής σου.
Να περπατήσω στα μονοπάτια σου,
ν’ αναρριχηθώ στις πλαγιές σου,
να κολυμπήσω στα βαθιά σου τα νερά.

Να γίνω βροχή στο κήπο σου,
αεράκι στο παράθυρό σου,
ηλιαχτίδα στο βλέμμα σου,
αηδονάκι στο χαμόγελό σου.

Να σου χαρίσει το φτερούγισμά του
για το πέταγμα της ψυχής σου.
Να νιώσεις πόσο σ΄ αγαπώ
να γίνω άλλη μια φορά δική σου..!

Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2008

Πορφυρά σαν αίμα


Κόκκινα σαν το αίμα,
Σε περιμένουν ρόδα δροσερά
Εκεί που τα βαθιά νερά
Μπλέκουν με το ταχύ το ρέμα

Ο παγωμένος άνεμος μετέφερε τα λόγια του παιδικού τραγουδιού μακρυά, πέρα απ’την πλατεία του χωριού, πέρα απ’τους κάμπους, πέρα απ’τα βουνάּ τόσο μακρυά, που θα έλεγε κανείς ότι, μέσα στα άπειρα στροβιλίσματα του, ο ήχος μεταλλασσότανּ έτσι, όταν έφτανε στα αυτιά των δυο ταξιδιωτών, τα λόγια ήταν διαφορετικά.

Το τοπίο ήταν σκληρό, αστραφτερό γαλάζιοּ τα πάντα έμοιαζαν ακίνητα, τόσο που, αν δεν ήταν ο άνεμος να τους ανακατώνει τα μαλλιά, οι ταξιδιώτες – δυο κουκίδες μέσα σ’αυτή την απέραντη ερημιά – θα νόμιζαν πως ο χρόνος είχε σταματήσει. Ο ένας ήταν ψηλότερος απ’τον άλλο, με λευκό δέρμα και ανοιχτά ξανθά μαλλιά. Η μύτη του είχε μια ελαφρή κλίση προς τα αριστερά, και το δεξί του μάγουλο ήταν ‘στολισμένο’ με μια μακρυά, λεπτή ουλή. Παρόλ’αυτά, φαινόταν αγαθός και, θα μπορούσε να πει κανείς, ευγενικός, καθώς, με μισόκλειστα μάτια, βημάτιζε κόντρα στον άνεμο. Το όνομα του ήταν Τιλ.

Δίπλα του, με μεγαλύτερη δυσκολία, προχωρούσε ενα κορίτσιּ δεν είχαν περάσει ούτε δώδεκα χρόνια απο πάνω της. Με εξαίρεση την στραβή μύτη και την ουλή, τα χαρακτηριστικά της ήταν παρόμοια με του Τιλ. Εκτός απο τα μάτιαּ αν κοιτούσες προσεκτικά του αδερφού της, θα έβλεπες μια βαθιά γαλήνη, μια πραότητα που δύσκολα θα κλωνιζόταν. Τα μάτια της Ρόζα είχαν το χρώμα του σμαραγδιού, και η φωτιά που τα έκανε τόσο ζωντανά δεν έσβηνε ποτέּ μέσα τους έκαιγε χαρά και πάθος και επιθυμία για ζωή.

«Ένα ρόδο για τη Ρόζα μου» είχε πει ο Τιλ, όταν του εξέφρασε την επιθυμία της. Της φάνηκε πως σύννεφα ξαφνικά ζωντάνεψαν στο βλέμμα του αδερφού της, αλλά δεν πέρασαν τρία δευτερόλεπτα, και ο Τιλ ήταν πάλι χαμογελαστός και εύθυμος. Έτσι, αφού έκαναν τις απαραίτητες ετοιμασίες, άφησαν πίσω τους το χωριό, και ξεκίνησαν για το ταξίδι τους στις Κορφές, «οπού ο άνεμος είναι τραχύς σαν γυαλόχαρτο και κοφτερός σαν ξυράφι», όπως τόσο συχνά τους έλεγε με στόμφο ο παππούς τους.

Ο γερό-Βάσια, όμως, ήταν νεκρός τώρα, καθώς και η μητέρα και ο πατέρας τους. Έτσι, η Ρόζα είχε μόνο την αγκαλιά του Τιλ σαν καταφύγιο απο τους εφιάλτες του κόσμου, και ο Τιλ είχε μόνο τη Ρόζα να προσέχει, να της ανακατώνει τα μαλλιά και να της λέει ιστορίες.

Ο Τιλ ήταν σιωπηλός στο μεγαλύτερο μέρος του ταξιδιού, και η Ρόζα ήξερε πώς σε τέτοια μέρη δεν έπρεπε να ξοδεύεις την ανάσα σου σε λόγια, έτσι κρατούσε τις απορίες για τον εαυτό της. Ποτέ δεν κατάλαβε γιατί ονόμασαν αυτό τον τόπο «Κορφές», αφού ήταν τόσο επίπεδος και λείος. Όποιον και αν ρωτούσε, όμως, απλά σήκωνε τους ώμους του και της έλεγε διάφορες παραλλαγές του «δεν ξέρω».Μόνο η γριά-Αλέξα, η γυναίκα του παππού της, της είχε πει κάποτε μια ιστορία για τον τόπο και την ονομασία του, αλλά η Ρόζα είχε συγκρατήσει μόνο το κομμάτι που μιλούσε για τα τριαντάφυλλαּ αυτά τα μοναδικά, βαθυκόκκινα άνθη που φύτρωναν μονάχα στις Κορφές και έφερναν ζεστασιά και γούρι και ευτυχία στον κάτοχο τους.

Τα δυό αδέρφια έφτασαν σε ενα απότομα κατηφορικό σημείο, πράγμα που τους παραξένεψε. Πέρα απ’αυτό, απλωνόταν μια ακόμα μεγαλύτερη πεδιάδα απο την προηγούμενη. Μα δέκα φορές πιο παράξενο, ήταν αυτό που βρισκόταν στο κέντρο της πεδιάδας: ένα τεράστιο πλοίο, καλυμμένο με ένα παχύ στρώμα πάγου. Πάνω στην καρίνα ήταν βαμμένο με μεγάλα, άσπρα γράμματα ένα όνομα.«Ρόδανθος» διάβασε φωναχτά ο Τιλ, χαμογελώντας. «Και μέσα στο Ρόδανθο, θα βρούμε τα ρόδα μας» συνέχισε, χαϊδεύοντας την Ρόζα στο κεφάλι, όπως συνήθιζε.

«Μα τι λες, Τιλ; Τα ρόδα δεν φυτρώνουν μέσα σε πλοία!»

Ο Τιλ δεν απάντησε. Την πήρε απο το χέρι, και περπάτησαν μέχρι το πλοίο. Η παρουσία του εκεί ήταν εξαιρετικά ασυνήθιστη, μιας και δεν υπήρχε θάλασσα πάρα μίλια μακρυά, μα και οι δυό ήταν τόσο κουρασμένοι απο το ταξίδι, που δεν έδωσαν ιδιαίτερη σημασία. Ένα πράγμα που είχαν μάθει στο χωριό τους, ήταν πώς, αυτό που έβλεπαν, αυτό ήταν η αλήθεια. Οι ψευδαισθήσεις δεν είχαν χώρο εκεί, και εξηγήσεις σπάνια δίνονταν.

Ο Ρόδανθος είχε δημιουργήσει μια υγρή ευθεία στον πάγο, καθώς προχωρούσε και τον συνέθλιβε, η οποία εκτεινόταν ως τον ορίζοντα και παραπέρα.

Τα δυο αδέρφια έφτασαν μπροστά του, και ρίγησαν καθώς συνειδητοποίησαν το μέγεθος του. Στα ‘σωθικά’ του είχε δημιουργηθεί μια μεγάλη τρύπαּ αυτή αποδείχθηκε και η είσοδος τους. Το εσωτερικό του πλοίου δεν ήταν λιγότερο παράξενο απ’το εξωτερικό: τα πάντα φωτίζονταν απο ενα αμυδρό μπλέ φώς – λες και οι ίδιες οι Κορφές άρχισαν να κυριαρχούν πάνω του, σκέφτηκε ο Τιλ.Δεν είχε καν την δομή ενος φυσιολογικού πλεούμενου, αν έκριναν απ’όσα ήξεραν και είχαν δει. Υπήρχαν σκάλες και μονοπάτια, παγωμένες τσουλήθρες και περάσματα, γιγάντια μηχανήματα που βόμβιζαν σιγανά, σαν να προσπαθούσαν να προστατευτούν απο το τσουχτερό άγγιγμα του πάγου. «Σαν μια μεγάλη παιδική χαρά!» παρατήρησε χαρούμενη η Ρόζα, και ο Τιλ ένευσε καταφατικά, αν και δεν χαμογελούσε πια, και οι κινήσεις του είχαν γίνει προσεκτικότερες.

«Έχε το νού σου, μικρή. Μην εμπιστεύεσαι τις επιφάνειες, όσο σταθερές κι αν φαίνονται» την προειδοποίησε, μα η Ρόζα δεν τον άκουγεּ χοροπηδούσε εδώ κι εκεί, καθώς πάντα υπήρχε κάτι που θα της τραβούσε την περιέργεια.

Κάποια στιγμή σκόνταψε και έπεσε. Δεν χτύπησε, αλλά συνειδητοποίησε οτι ο αδερφός της δεν ήταν εκεί. «Τιλ!» φώναξε, ξανά και ξανά, αλλά δεν πήρε απάντηση. Έχοντας χάσει λίγο απ’τον ενθουσιασμό της, συνέχισε να εξερευνά το πλοίο, ψάχνοντας ταυτόχρονα τον αδερφό της. Πολλές φορές συνάντησε ανθρώπους, ή, τουλάχιστον, ό,τι είχε απομείνει απο τα παγωμένα σώματα τους. Τους κοιτούσε με αποστασιοποιημένη περιέργειαּ την κοιτούσαν και αυτοί, με τα άδεια μάτια τους, όμως η Ρόζα δεν φοβόταν. Απλά τους προσπερνούσε.

Δεν πέρασε πολλή ώρα, και τα βήματα της την έφεραν σε μια μεγάλη σάλα, που κάποτε πρέπει να ήταν το πολυτελέστερο μέρος του πλοίου. Τώρα είναι απλά νεκρή, αναλογίστηκε η Ρόζα, και λυπήθηκε λίγο. Συνειδητοποίησε πως κρύωνε και πεινούσε, και η απουσία του Τιλ είχε αρχίσει να γίνεται ενοχλητική.

«ΤΙΛ!» ούρλιαξε με όλη της τη δύναμη, και μάταια αναζήτησε απάντηση στις ηχούς που επέστρεψαν στα αυτιά της. Έκατσε σε ενα σκαλί και έβαλε τα κλάμματαּ τα δάκρυα της ήταν καυτά, και ζέσταναν το αναψοκοκκινισμένο της πρόσωπο.

Έμεινε για πολλή ώρα έτσι, με το πρόσωπο της θαμμένο ανάμεσα στα γόνατα, μέχρι που, έκπληκτη, άκουσε τη φωνή του αδερφού της να την καλεί απο την κορυφή της σκάλας: «Ρόζα! Που είσαι; Βρήκα τα ρόδα! Έλα!» είπε και έφυγε απο το μέρος που ήρθε. Η Ρόζα, νομίζοντας ότι την προσκαλούσε σε κάποιο παιχνίδι, έτρεξε προς τα εκεί, πηδώντας δυο-δυο τα σκαλιά της μεγάλης σκάλας.

Άρχισε πάλι να περιπλανιέται στους διαδρόμους του Ρόδανθου, ακούγοντας πότε-πότε την φωνή του Τιλ να την καλεί και, ταυτόχρονα, να της υποδεικνύει την κατεύθυνση που έπρεπε να ακολουθήσει, μέχρι που, περνώντας απο μια μεγάλη, βαριά πόρτα, κρύος αέρας την χτύπησε στο πρόσωπο, και κατάλαβε ότι βρέθηκε στο κατάστρωμα. Ο αδερφός της ήταν εκεί, στην άκρη, χαμογελαστός όπως πάντα, κρατώντας ενα τριαντάφυλλο στα χέρια του.

Πρώτη φορά έβλεπε η Ρόζα αυτό το λουλούδι. Έκθαμβη απο την ομορφιά του, κοντοστάθηκε και το κοίταζε. Δεν χόρταινε αυτό το ζωηρό κόκκινο, το κομψό του σχήμα, όλη αυτή την ομορφιά. Η Ρόζα ‘έπινε’, μα δεν ξεδιψούσε!

«Ένα ρόδο για τη Ρόζα μου» είπε ο Τιλ, και έκανε ενα βήμα προς το μέρος της. Το κατάστρωμα ράγισε και έσπασε κάτω απ’τα πόδια του. Η Ρόζα έτρεξε, μήπως προλάβει, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να πιάσει το τριαντάφυλλο. Κοίταξε στην τρύπα μπροστά της, και είδε μόνο άψυχο γαλάζιο, στολισμένο με κόκκινες πιτσιλιές εδώ κι εκεί, και στο κέντρο, το σώμα του αδερφού της, κόκκινο σαν το άνθος που κρατούσε.

Ο χρόνος περνούσε, μα η Ρόζα έμενε ακίνητη, κοιτώντας το ρόδο της, αδιαφορώντας για το κρύο και τον αέρα που την κατασπάραζαν, σιγά-σιγά.

Ώρες πέρασαν, και το δέρμα της άρχισε να μαυρίζει, τα μάτια της με δυσκολία έμεναν ανοιχτά και η ανάσα της ήταν πνιχτή.

Μέρες πέρασαν, και η δίψα και η πείνα έκλεψαν την ζεστασιά και την ζωντάνια απο το κορμί της.

Εβδομάδες πέρασαν, και τα πέταλα του ρόδου άρχισαν να πέφτουν. Ο πάγος άπλωσε τα αδηφάγα χέρια του πάνω στη Ρόζα.

Μήνες πέρασαν, και εκεί που κάποτε χτυπούσε η καρδιά ενος κοριτσιού, τώρα στεκόταν γονατισμένο ενα άγαλμα απο πάγο, σμιλεμένο απο «...άνεμο τραχύ σαν γυαλόχαρτο και κοφτερόν σαν ξυράφι.»

Μόλις ενας χρόνος πέρασε, οι μηχανές του Ρόδανθου πήραν μπρος, και το παγωμένο πλοίο συνέχισε την τυφλή πορεία του.

Το παιδικό τραγούδι, παγιδευμένο στα δίχτυα του αγέρα, αντηχεί ακόμα και σήμερα στις Κορφές...

Κόκκινα σαν το αίμα,
Σε περιμένουν ρόδα δροσερά
Εκεί που τα βαθιά νερά
Μπλέκουν με το ταχύ το ρέμα

Κόκκινα άνθη της φωτιάς
Πορφυρά σαν αίμα
Εκεί που τα βαθιά νερά
Μπλέκουν με το ταχύ το ρέμα

Εκεί στις κόρφες τα βουνά
Κανέναν δεν προσμένουν
Μόν’να θερίσεις ψέμματα
Εσένα περιμένουν

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2008

Αγάπη μου εσύ


Αγάπη μου εσύ νεογέννητη,
ηλιογέννητη,
πορφυρογέννητη,

αχ, αγάπη μου εσύ

στου ανέμου τη μανία να μην χάνεσαι,
στου πολέμου τα πυρά μην ξοδευτείς,
στου κοσμάκη τη κακία να μην πιάνεσαι
και στου άπειρου το χάος μην ξεχαστείς.

αγάπη μου εσύ...

(c) Marialena, 22/02/2007

Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2008

Τάδε έφη... Βαγγέλης Αυγουλάς.

Ίσως η κοινωνία μας να γίνει…Αγγελική
Εφτά Ιανουαρίου χθες, του Άη-Γιάννη, είχα πάει και εγώ σε μια γιορτή να πω τα «χρόνια πολλά» σ’ έναν ξάδερφο μου. Κάποια στιγμή η πόρτα χτύπησε για άλλη μια φορά, τα βλέμματα απ’ τους καλεσμένους που κάθονταν στο σαλόνι στράφηκαν προς τα εκεί και εγώ καθότι εκ γενετής τυφλός περίμενα να ξεδιαλύνω τις φωνές των νέων επισκεπτών, να καταλάβω ποιοι είναι, αν τους ξέρω ή όχι, αν σε λίγο θα συστηθώ ή θα χαιρετήσω φίλους.

Δεν πρόλαβα να… αποκωδικοποιήσω το πρώτο άκουσμα, γιατί ένα απαλό άγγιγμα στο αριστερό μου μπράτσο με έκανε όπως καθόμουν να στραφώ μηχανικά προς τα εκεί και ταυτόχρονα με απλωμένο το δεξί χέρι –αντανακλαστικές κινήσεις όσων βλέπουμε αγγίζοντας- ζήτησα να «δω» ποιος είναι. Τότε ένα παιδικό χέρι σφήνωσε μες στη χούφτα μου, με το αριστερό χέρι πλέον άγγιζα ένα κοριτσάκι –είχε μακριά μαλλιά- περίπου στο ύψος της πολυθρόνας που καθόμουν, οι φωνές είχαν τώρα γεμίσει το σαλόνι και κατάλαβα, χωρίς αμφιβολία πια, πως ήταν η κόρη δύο φίλων, η Αγγελική, πέντε ετών. Δεν ήξερε λόγω ηλικίας να μου πει «καλή χρονιά», «χρόνια πολλά» και τις λοιπές καθιερωμένες ευχές λόγω εορτών, ήξερε όμως πολύ καλά πώς να με χαιρετήσει, πώς να με κάνει να καταλάβω ποιος ήρθε, πώς να κάνει αμέσως και το δικό μου περίεργο βλέμμα να στραφεί προς την πόρτα!

Είχαν περάσει μόνο λίγα δευτερόλεπτα και εγώ ακόμη ξαφνιασμένος άκουσα να μας ζητούν «ο καθένας να πάρει για ένα λεπτό το ποτό του στο χέρι» για να στρωθεί πάνω από το τραπέζι το καλό τραπεζομάντιλο –είχε έρθει η ώρα του φαγητού-. Αφήνω το χεράκι της Αγγελικής να πάρω το ποτήρι και την πιάνω να έχει ήδη προλάβει, να το κρατά υπομονετικά για ένα λεπτό και μετά να το αφήνει πάλι προσεκτικά μπροστά μου, στο σημείο που το είχα αφήσει για να το βρίσκω όποτε και όταν θέλω, αν θέλω, εύκολα, άνετα και προπάντων μόνος μου.
Και εκείνη τη στιγμή δάκρυσα! Γιατί δεν ξέρω πόσο ακριβώς καταλάβαινε η Αγγελική το τι έκανε, τι ακριβώς ένιωθε και τι ακριβώς της είχαν πει και εξηγήσει οι γονείς της για μένα. Ξέρω όμως πως αυτό που έκανε δεν είναι το ίδιο με τα ακατάλληλα σε κάθε πόλη πεζοδρόμια –όπου αυτά υπάρχουν- για να βγεις ασφαλής απ’ το σπίτι σου, με τα όμορφα λόγια των άεργων που παρουσιάζονται ως αυτόκλητοι προστάτες των αναπήρων μη θέλοντας να καταλάβουν πως δεν τους έχουμε ανάγκη, με τις τεράστιες ελλείψεις στις υποδομές σε κάθε τομέα αυτού που στη θεωρία λέμε «κράτος πρόνοιας», που υποχρεώνουν τους αναπήρους στην καλύτερη περίπτωση να παλεύουμε καθημερινά να αποδείξουμε πως δεν είμαστε βάρος στην κοινωνία. Και σίγουρα δεν είναι το ίδιο με τη στάση πολλών που όταν βλέπουν κάποιον τυφλό με παρέα ρωτούν τους γύρω του «Πώς τον λένε;» σαν να ρωτούν για κάποιο κατοικίδιο που βλέπουν να κάνει τον καθημερινό του περίπατο, ή με τα δέκα εκείνα λεπτά που περιπλανιόμουν στο Σύνταγμα αποπροσανατολισμένος απ’ τον πολύ κόσμο, τους μικροπωλητές, τα πολλά εμπόδια και τις άλλες αλλαγές για την εορταστική ατμόσφαιρα παραμονές πρωτοχρονιάς, μέχρι να με δει σ’ εκείνη την ερημιά κάποιος και να θελήσει να με βοηθήσει.
Μέχρι χθες έλεγα «δεν πρόκειται να αλλάξουμε». Από σήμερα λέω «μπορεί και μπορούμε να αλλάξουμε».
Σ’ ευχαριστώ Αγγελική!

Βαγγέλης Αυγουλάς.
2ετής φοιτητής της Νομικής-
-Μέλος της Νεολαίας του Πανελληνίου Συνδέσμου Τυφλών.
avgoulas@yahoo.gr

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2008

Ο Ορέστης δεν παίζει πια σε τραγωδίες

Ναι τον ερωτεύτηκα τον Γ. με όλη μου την ψυχή.
Το παραδέχομαι.
Παράτησα τον εαυτό μου.
Παράτησα όσα ήθελα να κάνω.
Δεν είχα πια όνειρα.
Ήθελα μόνο να είμαστε μαζί.
Όχι τυπικά. Ουσιαστικά.
Τον κουβαλούσα συνέχεια μαζί μου. Ακόμα και όταν δεν ήταν σπίτι, εγώ τον ένιωθα εκεί. Σήκωνα το ποτήρι με το κρασί και έλεγα στην υγειά σου Γ. Μου έστελνε μήνυμα πως θα βρεθούμε το απόγευμα. Και εγώ έπαιρνα το μαρκαδόρο και τράβαγα γραμμές στον τοίχο σαν τους φυλακισμένους. Και όταν έφευγε, έκλεινα τα παράθυρα για να μείνει το άρωμά του στο σπίτι. Άδειαζα το τασάκι με τις γόπες του σε χαρτί περιτυλίγματος, του έβαζα μια κορδέλα και το έθαβα στον κήπο. Στη γωνία, δίπλα από τη γλάστρα με τα γεράνια. Κοίταγα ψηλά και έβλεπα ήλιο. Κοίταγα στο ταβάνι μου και έβλεπα αστέρια. Πάταγα στις μύτες στο παρκέ για να μην το πληγώσω. Έστρωνα το πάπλωμα στο κρεβάτι, στη μεριά που κοιμόταν αυτός και στο δικό μου άφηνα μπερδεμένο το σεντόνι. Σταύρωνα με το χέρι μου το μαξιλάρι του.

Στην αρχή νόμιζα ότι γινόμουν ίδιος ο Γ. Τώρα πιστεύω ότι ο Γ. έγινε ίδιος εγώ. Δεν έχει όμως σημασία. Ο καθένας πήρε κάτι από τον άλλον. Κάτι σημαντικό. Ένα χαμόγελο, ένα φευγαλέο χάδι, μια καραμέλα, ένα φιλί, ένα CD των Granberries. Μια ώρα. Αν κατάφερα να μονοπωλήσω το μυαλό του με την εικόνα μου για μια ώρα θα νιωθα τρισευτυχισμένος...Τώρα ο Γ. έφυγε. Ή μάλλον εγώ τον έδιωξα. Γιατί φοβόμουν. Φοβόμουν τη μονιμότητα. Φοβόμουν τα μάτια του. Γιατί μέσα εκεί έβλεπα ότι με αγαπάει. Φοβόμουν το κλείσιμο της πόρτας κάθε φορά που έφευγε. Φοβόμουν το άνοιγμα της πόρτας κάθε φορά που ερχόταν. Φοβόμουν το πρωί γιατί η μέρα ήταν πάντα πολύ μεγάλη. Φοβόμουν τη νύχτα γιατί η νύχτα ήταν πάντα πολύ μεγάλη. Φοβόμουν το φως των κεριών στο διάδρομο. Και τη σκιά της μικρής κορνίζας στον τοίχο που έπαιρνε μεγάλες διαστάσεις. Φοβόμουν να κοιτάξω στον καθρέφτη. Είχα γράψει πάνω το όνομά του. Φοβόμουν να γλιστράω έξω τα απογεύματα μέτα τη βροχή.

Τη στιγμή που η μυρωδιά του βρεγμένου χώματος κατακλύζει την ατμόσφαιρα. Εκεί αισθανόμουν ότι εγώ δεν μυρίζω. Ότι παίρνω τη μυρωδιά του. Και ξαφνικά γινόμουν ένα με το μουσκεμένο χώμα. Φοβόμουν να συντηρώ παλιές προκαταλήψεις. Φοβόμουν να δημιουργώ νέα δεδομένα. Φοβόμουν εμένα. Πάνω από όλα. Γιατί δεν με ξέρω καλά. Δεν με ξέρω σχεδόν καθόλου. Και δεν ελέγχω τις αντιδράσεις μου. Δεν ξέρω το εύρος των αντιδράσεών μου. Κυρίως όμως φοβάμαι τις αποφάσεις μου, γιατί είναι πάντα αμετάκλητες. Οριστικές...Και εδώ αποφάσισα "ΤΕΛΟΣ".

Ο Ορέστης δεν παίζει πια σε τραγωδίες, ούτε και έχει τύψεις. Φοβάται μόνο όλο τον κόσμο. Τον κόσμο εκείνο που φοβάται να ερωτευτεί...

Το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας από την πλευρά του λύκου

Το δάσος ήταν το σπιτικό μου. Ζούσα εκεί και νοιαζόμουν γι’ αυτό.
Προσπαθούσα να το διατηρώ ταχτικό και καθαρό.

Κάποτε, μια ηλιόλουστη μέρα, ενώ προσπαθούσα να συμμαζέψω κάτι σκουπίδια που είχε παρατήσει ένας κατασκηνωτής, άκουσα βήματα. Πήδηξα πίσω από ένα δέντρο και είδα ένα μικρό κορίτσι να έρχεται από ένα μονοπάτι, κρατώντας ένα καλάθι. Μου φάνηκε ύποπτη από την αρχή γιατί φορούσε αστεία ρούχα ολοκόκκινα, και το κεφάλι της ήταν καλυμμένο με μια κουκούλα σαν να μην ήθελε να την αναγνωρίσουν.

Φυσικά την σταμάτησα για να ερευνήσω το ζήτημα. Την ρώτησα ποια ήταν, που πήγαινε, από που ερχόταν κ.τ.λ. Μου είπε μια ιστορία για κάποια γιαγιά που πήγαινε να την επισκεφθεί και να της πάει φαγητό.

Έδειχνε βασικά έντιμο άτομο, αλλά βρισκόταν στο δάσος μου και έδειχνε ύποπτη μ’αυτά τα ρούχα. ΄Έτσι αποφάσισα να της δείξω πόσο σοβαρό ήταν να εισβάλλει έτσι, χωρίς ειδοποίηση, ντυμένη αστεία.

Την άφησα να συνεχίσει αλλά έτρεξα πριν από αυτήν στο σπίτι της γιαγιάς της. Όταν συνάντησα την συμπαθητική γριούλα της εξήγησα το πρόβλημά μου και συμφώνησε ότι η εγγονή της χρειαζόταν ένα μάθημα. Η γριούλα συμφώνησε να κρυφτεί ώσπου να την φωνάξω. Έτσι, κρύφτηκε κάτω από το κρεβάτι. Όταν έφτασε το κορίτσι την κάλεσα να μπει στην κρεβατοκάμαρα όπου βρισκόμουν στο κρεβάτι ντυμένος σαν τη γιαγιά. Το κορίτσι ήρθε με τα κόκκινα μαγουλά της και είπε κάτι άσχημο για τα μεγάλα μου αυτιά. Με είχαν προσβάλλει κι άλλοτε και έτσι προσπάθησα να πω κάτι θετικό. Είπα ότι, ίσως, τα μεγάλα μου αυτιά, μου επέτρεπαν να την ακούω καλύτερα. Δηλαδή έδειχνα ότι την συμπαθούσα και ήθελα να προσέχω αυτά που λεει. Αλλά έκανε άλλο ένα καλαμπούρι για τα γουρλωτά μου μάτια. Τώρα καταλαβαίνετε πώς άρχισα να αισθάνομαι γι’ αυτό το κορίτσι που έβαζε ένα ευγενικό προσωπείο αλλά ήταν τόσο κακοήθης. Παρ’ όλα αυτά έχω την τακτική να γυρίζω και το άλλο μάγουλο και της είπα ότι τα γουρλωτά μου μάτια με βοηθούν να την βλέπω καλύτερα. Η επόμενη προσβολή στ’ αλήθεια με νευρίασε. Έχω κάποιο σύμπλεγμα για τα μεγάλα μου δόντια κι αυτό το κορίτσι έκανε μία προσβλητική παρατήρηση. Ξέρω ότι θα έπρεπε να μην χάσω την ψυχραιμία μου αλλά πήδηξα από το κρεβάτι και της φώναξα πως τα μεγάλα μου δόντια ήταν χρήσιμα για να την φαω καλύτερα.

Τώρα ας είμαστε ειλικρινείς, κανείς λύκος δεν θα έτρωγε ποτέ ένα κορίτσι, όλοι το ξέρουν αυτό, αλλά αυτό το τρελοκόριτσο άρχισε να τρέχει γύρω-γύρω ουρλιάζοντας κι εγώ προσπαθούσα να την φτάσω για να την ηρεμίσω. Έβγαλα και τα ρούχα της γιαγιάς αλλά αυτό φάνηκε να χειροτερεύει τα πράγματα. Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε με δυνατό κρότο και ένας μεγαλόσωμος τύπος στεκόταν εκεί με το τσεκούρι του. Τον κοίταξα και κατάλαβα ότι είχα βρει τον μπελά μου. Υπήρχε ένα ανοιχτό παράθυρο πίσω μου και την κοπάνησα.

Θα ήθελα να μπορούσα να πω πως εδώ τελειώνει η ιστορία. Όμως αυτή η γριούλα γιαγιά ποτέ δεν είπε την δική μου πλευρά της κατάστασης. Σύντομα κυκλοφόρησε η φήμη ότι ήμουν κακός και μοχθηρός. ΄Όλοι άρχισαν να με αποφεύγουν. Δεν ξέρω τι έγινε το κοριτσάκι με τα αστεία κόκκινα ρούχα, όμως εγώ δεν έζησα από τότε καλά. Έτσι αποφάσισα να σας γράψω την ιστορία μου.

Με εκτίμηση,
Ο λύκος

Καλή Χρονιά!


Αλκυόνη ή Άλκυ - Ένας όμορφος μύθος

Κάποτε η Αλκυόνη δεν ήταν πουλί, αλλά μια όμορφη αρχόντισσα. Αυτή λάτρευε τον άντρα της, που ήταν ένας πλούσιος και δυνατός άρχοντας. Τόσο τον αγαπούσε, ώστε όλα σ' εκείνον τα 'βρισκε ωραία. Δεν καταλάβαινε τη μεγάλη του περηφάνια κι απληστία για πλούτη και δόξα.

Γιατί εκείνος μεθυσμένος από τα πλούτη, τη δύναμη και την όμορφη γυναίκα του προκαλούσε θεούς κι ανθρώπους. Ακόμη και τον πανίσχυρο Δία τον πατέρα των θεών. Άδικα πολλοί σύμβουλοί του προσπαθούσαν να τον κάνουν να δει πόσο ήταν άμυαλη η συμπεριφορά του. Άδικα του 'λεγαν πως τιμωρούν τους αλαζόνες.
Τίποτα δεν κατάφεραν! Κάποια μέρα σαλπάρισε με το καράβι του, να φέρει καινούργια πλούτη για να μεγαλώσει τη δύναμη και τη δόξα του.

Η Αλκυόνη σαν πέρασαν μερικές μέρες, ανήσυχη κατέβαινε στην ακρογιαλιά και τον πρόσμενε. Ο καιρός όμως περνούσε κι εκείνος δεν γύριζε. Μαύροι λογισμοί την κύκλωσαν τότε. Έκλαιγε και φώναζε, ανεβοκατεβαίνοντας τα βράχια της ακρογιαλιάς. Και το κακό νέο έφτασε! Ο άντρας της, που με τόση λαχτάρα περίμενε, χάθηκε μαζί, με το καράβι και το πλήρωμά του σε κάποια φουρτούνα!

Όλοι τότε πίστεψαν πως το κακό ήρθε σαν τιμωρία του Δία. Σίγουρα ο Αίολος με διαταγή του θ' αμόλησε ενάντιους ανέμους κι ο Ποσειδώνας ο αδερφός του, θ' ανακάτεψε με θυμό τη θάλασσα με την τρίαινά του κι ακόμα ο ίδιος ο Δίας θα ιξέ με οργή τους φοβερούς κεραυνούς του πάνω στο πλοίο του περήφανου κι άμυαλου άρχοντα, που χάθηκε μαζί με το καράβι και το πλήρωμά του, μέσα σ' αυτή τη φοβερή κοσμοχαλασιά

Ο σπαραγμός της Αλκυόνης ήταν ατελείωτος!.. Οι θρήνοι της αντιλαλούσαν στις ακρογιαλιές. Ο Δίας συγκινήθηκε από τον πόνο της δύστυχης γυναίκας και για να μην υποφέρει τη μεταμόρφωσε σε πουλί. Τ' αυγά της όμως όρισε να τα γεννά όχι την άνοιξη, όπως όλα τα πουλιά, αλλά, μέσα στην καρδιά του χειμώνα. Έρχονταν λοιπόν τ' αφρισμένα κύματα κι άρπαζαν τ' αυγά...

Η δυστυχισμένη μάνα φτεροκοπούσε κι έκλαιγε που δεν πρόφταινε να δει τα παιδιά της. Τόσο μεγάλο ήταν το βασανιστήριό της, που πάλι ο Δίας τη λυπήθηκε κι αποφάσισε να καλοσυνεύει ο καιρός μέσα στη βαρυχειμωνιά, οι άνεμοι να ησυχάζουν, για να της δίνεται καιρός να κλωσάει τ' αυγά της.

Αυτές οι γαλήνιες μέρες μέσα στο χειμώνα, είναι "Οι αλκυονίδες μέρες», οι καλοσυνάτες μέρες, που μηνάνε την άνοιξη!».

Συγνώμη...


Είναι αρετή της ανθρώπινης προσωπικότητας να μετανιώνεις να παραδέχεσαι τα λάθη σου να τα αναγνωρίζεις να λες συγνώμη. Για την συγνώμη και την μετάνοια έχουν αναφερθεί θρησκείες και πολιτισμοί.
Τι είναι αυτό όμως που μας κάνει να κρύβουμε την συγνώμη προς τον άλλον; Να εκφραζόμαστε και να ματαιώνουμε; Μα φυσικά το «εγώ» ο εγωισμός μας. Πολλοί πιστεύουν ότι λέγοντας συγνώμη ρίχνεις τα μούτρα σου στον άλλον , αλλά δεν μπορούν αν δουν πίσω από το παραβάν ότι πρώτο καλό που κάνεις είναι στον εαυτό σου και μετά προς τον άλλον. Μετανιώνοντας καθαρίζεις την ψυχή σου , εξελίσσεσαι μέσο αυτής της πράξης. Μην ξεχνάμε ότι για να διορθώσεις ένα λάθος που έκανες εσύ αλλά και να διορθώσεις και την τριτογενή επιρροή που είχε αυτή η πράξη σε άλλον άνθρωπο πρέπει πρώτα να αποδεχτείς το λάθος να το αναλύσεις για να δώσεις σωστές λύσεις.
Η συγνώμη και η μετάνοια δεν είναι αποκλειστικά εκφράσεις του προς τα έξω. Μπορεί η συγνώμη να είναι και προς το ίδιο μας τον εαυτό για κάποιο λάθος που πράξαμε σε εμάς. Από εκεί ξεκινάμε!. Αν δεν μπορούμε να συγχωρέσουμε τον εαυτό μας πως θα μπορέσουμε να συγχωρέσουμε κάποιον άλλον. Οι αλλαγές είναι σοφό να ξεκινούν πρώτα από εμάς πριν στραφούν σε άλλες ατομικότητες. Να το πράξουμε! Να πούμε στον εαυτό μας συγνώμη , να μετανιώσουμε για κάποια πράξη η κουβέντα που είπαμε , να συγχωρέσουμε. Η εκπαίδευση και η βελτίωση ας ξεκινήσει από μέσα για να μπορέσει ορθά να λάμψη προς τα έξω.
Πες ένα συγνώμη…αν δεν σε συγχωρέσει ο άλλος δεν πειράζει…έκανες το σωστό πρώτα στον εαυτό σου και μετά σε μια άλλη ψυχή , μια συγνώμη μόνο κακό δεν κάνει αυτό είναι το σίγουρο.Έκανες λάθος; Αναγνώρισετο ! πες συγνώμη και ξεκίνα την διόρθωση … η πράξη βούλησης μετά την μετάνοια είναι η ολότητα της εξέλιξης σου.
Κάποιοι λένε συγνώμη , μετανιώνουν για πράξεις , αλλά μένουν εκεί η το λένε για να το πουν αυτό είναι ΜΕΓΑ λάθος. Αν είναι κάτι να το πεις για τον κόσμο καλύτερα να μην το πεις ποτέ και καθόλου , πρώτα θα κοροϊδέψεις και θα δημιουργήσεις ρήγμα στον ίδιο σου τον εαυτό και στην ψυχή σου και μετά σε ανθρώπους γύρω σου, θα ήθελες κάτι τέτοιο; Προφανώς όχι!Όλα αυτά για να έχουν την κάθε αυτή πληρότητα τους πρέπει να περάσουν από το φίλτρο της ειλικρίνειας. Η ειλικρίνεια είναι αυτή που θα διώξει καθαρά και αγνά τα συναισθήματα σου και θα σου δώσει διαύγεια ΔΕΙΣ καθαρά μέσα σου τι ακριβώς συμβαίνει. Μην ξεχνάς και την μορφή πράξης δεν αρκεί μόνο ο λόγος η πράξη είναι το αποτέλεσμα της θεωρίας σου , λες συγνώμη; Αναγνωρισέτο , να το νιώσεις βαθιά και αμέσως μετά τρέχα για την διόρθωση.
"Νιώσε ότι το σ’αγαπώ με το συγνώμη έχουν την ίδια δύναμη".
"Συγνώμη λέει ο άνθρωπος που πραγματικά νιώθει και πλημμυρίζει η ψυχή του από αγάπη, ο άνθρωπος που δεν έχει δώσει ή νιώσει μέσα του αγάπη, στην ζωή του, δυσκολεύεται να το πει.
Θέλει απλά πολύ αγάπη για να το πεις".

Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2008

Διαδρομή...

Ξεκίνησα από ένα σκοτεινό σημείο, τη μήτρα. Οδεύω σε ένα άλλο σκοτεινό σημείο, το μνήμα.
ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ

AmElHaSSiZ

Αγγέλου μαρτύριο,ανθρώπου λήθη...

Λυπάμαι για όλα...
Λυπάμαι που όσα υπέθεσα βγήκαν αληθινά...
Λυπάμαι για τους προδότες και τους σταυρωτές...
Λυπάμαι τους θεοσεβούμενους και θεοφοβούμενους
που πράττουν αντίθετα με αυτό που κηρύττουν...
Έχω καιρό τώρα που χάνομαι,απομακρύνομαι από τα κοινά.
Είναι καιρός που σιχάθηκα την πραγματικότητακαι κουράστηκα να ζώ σε αυτήν...
Λυπάμαι για την ανικανότητά μου σε ό,τι με αηδιάζει και με πληγώνει,
λυπάμαι για την απραξία μου...
Αναπαύομαι στο μαύρο της θλίψης μου παρέα με κοράκια,
νοσταλγώ τη ζωή που περιμένει μπροστάκαι αφήνομαι...
Ως Λευκός Άγγελος της αγάπης αποκλείστηκα από τον κόσμο,
είναι πολλοί που μισούν το λευκό και την αγάπη,
μπήκα στο περιθώριο και σιγά σιγά μαραίνομαι μαζί με τα λουλούδια μου...
Δεν απογοητεύομαι...
Πάντα πίστευα στην Ανάσταση...

Φωτογραφία αγγέλων

Απρόβλεπτοι εφιάλτες
Φυγαδεύουν σώματα αέρινα
Σε στοές-σπηλιές
Πνοή να δώσουν
Στα πέρατα του κόσμου.

Διάφανη αγνότητα
Οι άγγελοι φωτογραφίζουν
Μάγμα ψυχής.
Με βλέμμα θολό
Σε γοργό νερό
Ερευνά για νάρκη
Ατενίζοντας

Αλλιώτικη μέρα
Με ευπάθεια στο φως
Αδειάζει θόρυβο
Σε πέρασμα αιώνιο
Χαραγμένο σε απολίθωμα
Σ’ ασύλληπτη στιγμή.

Ό,τι αναζητάς, σε βρίσκει
Ξενιστής μπολιάζεται μέσα σου
Δίχως χνάρια χρόνου
Βαβελικά είδωλα
Μεταφράζονται σε Φθινόπωρο και
Η λήθη αναπαύεται.

Αγγέλων Βήμα


ΖΟΥΖΟΥ ΝΙΚΟΛΟΥΔΗ στο Αγγέλων Βήμα

Θα θυμόμαστε τα λόγια της:

"Πιστεύω ότι αν όλοι οι άνθρωποι στη γη
χόρευαν, ο κόσμος θα ήταν καλλίτερος.
Ή κίνηση εκφράζει εύγλωττα αυτό που είμαστε.
Με λόγια μπορούμε να πούμε και ψέματα,
αντίθετα η κίνηση δεν λέει πότε ψέματα,
εκφράζει απόλυτα αυτό που είμαστε".
"Οταν πιστεύεις κάτι βαθειά, θέλεις με κάθε
τρόπο να το φτάσεις. Κι ας είναι εις βάρος της
υγείας σου, της οικογένειας σου, των ερώτων
σου, των πάντων. Κι εγώ θυσίασα τα πάντα γι' αυτό"
Θέλω να σε χορέψω στον Αγγέλων την σκηνή και θα θυσίαζα... εμένα... γι' αυτό!

Animal Bank

Amelhassiz

Amelhassiz
http://amelhassiz.blogspot.com